ΚΩΣΤΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΙΔΗΣ
Share on facebook
Share on twitter
Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Στην προκυμαία της Σμύρνης

Σεπτέμβριος 1922. Ένας έλληνας, υπάλληλος φημισμένου εμπορικού καταστήματος της Σμύρνης, τρέχει στην οδό Προκυμαίας, προσπαθώντας να γλιτώσει τη ζωή του. Και ελπίζει ότι, αν φτάσει στους Γάλλους, θα τα καταφέρει…

Σμύρνη, 3 Σεπτεμβρίου 1922 (με το παλιό ημερολόγιο)

Το Και, εκ του γαλλικού Quai που σημαίνει αποβάθρα, ήταν η παραλιακή, κοσμοπολίτικη συνοικία της Σμύρνης. Στην οδό Προκυμαίας πατούσαν αρχοντικά σπίτια, εμπορικά καταστήματα με ευρωπαϊκά καλούδια, εστιατόρια που προσέφεραν λεπτές γεύσεις και κοσμικά κέντρα ποτισμένα από τον καπνό ακριβών τσιγάρων. Η οδός ήταν λιθόστρωτη και έφερε στη ράχη της ράγες από τις οποίες περνούσε ο ιππήλατος σιδηρόδρομος. Όμως τώρα φέρει και το οριζοντιωμένο παχουλό κορμί του Ευτύχη Κουρλαμπά. Γεννηθείς το 1896 εν Θεσσαλονίκη, αριστούχος στην πρώτη σειρά αποφοίτων της Γαλλικής Σχολής, μετοίκησε στη Σμύρνη ως υπάλληλος στο διώροφο «Κατάστημα Διογένη» που διατηρούσε ανοιχτό εμπορικό δίαυλο με τους παρισινούς οίκους μόδας. Ο Ευτύχης έφτασε στο Και τρέχοντας από το σπίτι του, στη συνοικία της Αγίας Φωτεινής. Και όσο έτρεχε, κοιτούσε μόνο μπροστά. Πέρασε δίπλα από φλεγόμενα κτίρια, πήδηξε πάνω από κορμιά γυναικών που ψυχορραγούσαν στα καλντερίμια, ξέφυγε από δύο νεαρούς τσέτες που τον άφησαν επειδή τους γυάλισε ένα κατάστημα με αποικιακά είδη. Έχασε το ένα του παπούτσι. Πέταξε και το άλλο. Και έτσι όπως κουβαλούσε το χοντρό του κορμί στο λιθόστρωτο της προκυμαίας, γλίστρησε, έπεσε και του χύθηκαν τα τάλαρα, τα φράγκα και οι λίρες από τις τσέπες.

Όσοι δούλευαν τότε με τους Γάλλους είχαν χρήμα μέσα στο κασμίρι. Γιατί οι Γάλλοι ήταν πασάδες μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Είχαν φτιάξει δύο χιλιάδες χιλιόμετρα σιδηροδρομικού δικτύου βάζοντας επάνω δικά τους βαγόνια. Επένδυσαν εκατομμύρια φράγκα σε ορυχεία, λιμάνια και προκυμαίες. Έριξαν πάνω από ένα δισεκατομμύρια φράγκα στις βιομηχανίες. Αλλά τα περισσότερα τα έβαλαν στο τουρκικό χρέος. Πάνω από 250 δισεκατομμύρια φράγκα, ποσό που αντιστοιχούσε στο 60% του οθωμανικού χρέους. Οι Γερμανοί είχαν μόλις 20% και οι Βρετανοί άλλο 15%. Ο Ευτύχης, φυσικά, δεν γνώριζε ότι πέντε μήνες νωρίτερα, τον Απρίλιο του 1922, οι Γάλλοι έκαναν μία μυστική συμφωνία με τον Κεμάλ, βλέποντας ότι θα είναι ο άνθρωπος που θα σταθεί πάνω στα συντρίμμια της καταρρέουσας αυτοκρατορίας. Τις στιγμές που ο ελληνικός στρατός βολόδερνε στην Ανατολία, εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιοανατολικά, στην Κιλικία, οι Γάλλοι μάζευαν τις σκηνές τους και παρέδιδαν στον Κεμάλ τον οπλισμό τους. Του έδωσαν κανόνια, πολυβόλα, πυρομαχικά. Έθεσαν στη διάθεσή του και αεροπλάνα. Αργότερα ακούστηκε ότι τα οστά χιλιάδων Ελλήνων πουλήθηκαν σε γαλλικές βιοτεχνίες στη Μασσαλία. Το έγραψαν οι New York Times, το αφηγήθηκε και ο Βενέζης.

Πίσω στη Σμύρνη, στην προκυμαία, ο Ευτύχης είναι σε απελπιστική κατάσταση. Προσπαθεί να σηκωθεί από το έδαφος και δεν ξέρει αν πρέπει να μαζέψει τα χρήματα που σκόρπισαν ή να τσακιστεί να φύγει προς τη θάλασσα, να σκαρφαλώσει σε κανένα γαλλικό πλοίο και να σώσει το τομάρι του. Μύρισε το πετρέλαιο που κουβαλούσαν οι τσέτες με τενεκέδες για να ταϊζουν τη φωτιά στα κτίρια. Κοίταξε βορειοανατολικά και είδε μαύρους καπνούς πάνω από την αρμένικη και την ελληνική συνοικία. Και τι να απέγινε το κατάστημα του Διογένη με τους 200 υπαλλήλους; Κάηκε; Λεηλατήθηκε; Ο κύριος Διογένης θα έβρισκε τον τρόπο του. Ο ίδιος και η σύζυγος του είχαν πάρει τη γαλλική υπηκοότητα και μάλλον θα είχαν καταφύγει στο γαλλικό προξενείο. Μία γυναίκα, κρατώντας από τα χέρια τα δύο παιδιά της, πέρασε τρέχοντας από μπροστά του. Την πρόλαβαν τρεις τσέτες, ο ένας ήταν έφιππος. Άρπαξαν τα παιδιά και τους έσπασαν, σαν καρύδια, τα κεφάλια στο λιθόστρωτο. Και μετά χίμηξαν στη μάνα τους. Άλλοι δύο άρχισαν να τρέχουν προς τον Ευτύχη. Τον έσωσαν τα λεφτά του. Οι τσέτες βούτηξαν να τα μαζέψουν. Η σκηνή εκτιλύχθηκε και μπροστά στα μάτια του αμερικανού πρόξενου. Ο πρόξενος έγραψε ότι ντρέπεται που είναι άνθρωπος. Ο Ευτύχης, όμως, ήταν ένα αγρίμι που έτρεχε για να σωθεί.

Έφτασε στην άκρη της προκυμαίας, ψάχνοντας για καμιά βάρκα, για κανένα γνωστό πρόσωπο που θα του άπλωνε το χέρι. Δεν είδε κανέναν. Και να έβλεπε, δεν θα τον ξεχώριζε. Όλοι τον τρόμο φορούσαν στο πρόσωπο. Προσπάθησε να πηδήξει σε μία βάρκα. Τον χτύπησαν με το κουπί, δεν χωρούσε άλλος. Έπεσε στη θάλασσα. Ευτυχώς ήξερε κολύμπι, μικρός κολυμπούσε στο Μικρό Καραμπουρνού, στη Σαλονίκη. Όμως το κορμί δεν τον βοηθούσε. Προσπάθησε να πιαστεί από μία βάρκα, αλλά τα χέρια του γλιστρούσαν. Βούτηξε το σχοινί της άγκυρας ενός καϊκιού, αλλά το έκοψαν για να φύγουν πιο γρήγορα. Αν γύριζε το κεφάλι προς τα πίσω θα έμενε εκστατικός μπροστά στο θέαμα. Η πόλη ήταν ένα φλεγόμενο στόμα που ξερνούσε καπνό, τρόμο και ανθρώπους. Συνέχισε να κολυμπάει. Είδε, επιτέλους, ένα γαλλικό πολεμικό πλοίο. Δύο βάρκες με γυναικόπαιδα και τρεις-τέσσερις έλληνες παπάδες είχαν κολλήσει πάνω του. Εκλιπαρούσαν, με υψωμένα τα χέρια, δείχνοντας τα παιδιά, για να τους πάρουν. Οι γάλλοι ναύτες ακουμπισμένοι στην κουπαστή τους κοιτούσαν. Και οι τελευταίες λέξεις που άκουσε στη ζωή του ο Ευτύχης ήταν αυτές που, όταν της έλεγε στο σχολείο, η κυρία Λοράνς τον χτυπούσε με τη βέργα.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ...

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ TAGS

[tag_groups_alphabet_tabs exclude_letters=”” hide_empty=1 smallest=16 largest=26]